Previous: τλημοσύνηNext: τληπάθεια


τλήμων, Dor. τλάμων [ᾱ], ονος, ὁ, h(: voc. τλῆμον A.Pr.614, but ἰὼ τλάμων S.Aj.893 (lyr.); τλήμων ἀνήρ (ἄνερ codd.) E.Andr.348, cf. Hipp.554 (lyr.): (τλάω):—
poet. Adj., used by X. and Aret. (v. infr.):

I. patient, steadfast, stout-hearted, ὁ τλήμων Ὀδυσεύς Il.10.231,498 (to whom a τλήμων θυμός is ascribed, 5.670); θαρσαλέοι καὶ τ. 21.430; ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος Tyrt.12.18; τλάμονι ψυχᾷ Pi.P.1.48; τλήμονες, οἷον ἀγῶνα ..τελέσαντες ..ψυχὰς ..ὠλέσατ' Ath.Mitt.57.142 (Athens, v. B.C.); τλήμων οὖσ' ἀπ' εὐτόλμου φρενός A. Ag.1302; of patients, Aret.CD1.4; τ. ἐς παιδείην Id.SD2.6: Sup. -εστάτη E.Heracl.570.

2. in bad sense, overbold, reckless, Thgn. 196; τλάμονι καὶ πανούργῳ χειρί A.Ch.384 (lyr.); τλημονεστάτη γυνή S.El.439, cf. 275, A.Ch.596 (lyr.); τλάμονι θυμῷ E.Med.865 (lyr.).

II. wretched, miserable, of persons, A.Pr.614, S.Ph.161 (anap.), Ar.Pax723, X.An.3.1.29, Mem.2.1.30: c. gen., ὦ τλάμων ὑμεναίων E.Hipp.554 (lyr.); θανάτου τλήμων Ar.Th.1072 (anap.).

2. of conditions, acts, words, etc., τλήμονες φυγαί, τύχαι, E.Hipp.1177, HF921 (lyr.); τλημονέστατος λόγος Id.Hec.562; ὁδὸς τλημονεστάτη, -τέρα, Id.Med.1067,1068: sts. also, as we use wretched, in a disparaging sense, τ. γαστρὸς ἔριθον h.Merc.296; οἶνος Call.Epigr.62.

III. Adv. τλημόνως patiently, A.Ch.748, E.Supp.947, Gal.14.213.

2. miserably, E.Tr.40, Hsch.