Previous: τοξόκλυτοςNext: τοξόομαι


τόξον, τό, bow, Il.4.124, etc.: freq. in pl. τόξα for sg., τόξ' ὤμοισιν ἔχων ἀμφηρεφέα τε φαρέτρην 1.45, al., cf. Pi.P.3.101, S.Ph.654; sts. in Prose, Heraclit. 51, Hdt.2.106, PEleph.5.8 (iii B. C.); ἐτιταίνετο ..τόξα drew the bow, Il.5.97; also τόξον τιταίνει B.9.43; τόξον ἕλκετ' (v.l. εἷλκεν) Il.11.582; τόξου πῆχυν ἀνέλκειν 13.583; τόξον τείνειν, ἐντείνειν, A.Ag.364 (anap.), Fr.83; τ ... ἐντανύσαι Od.21.245, cf. Hdt.2.173; κυκλοτερὲς μέγα τ. ἔτεινε Il.4.124, cf. E.Ba.1066; τόξου ῥῦμα (i.e. the Persians, the bow being an oriental weapon), opp. λόγχης ἰσχύς (i.e. the Greeks), A.Pers.147 (anap.).

2. τόξῳ by guess, Id.Ch.1033.

3. bowmanship, archery, τόξων ἐὺ̈ εἰδώς Il.2.718, al.; τόξοισιν πίσυνος 5.205, cf. 13.716; ἡ τέχνη τῶν τ. Hdt.1.73; πρὸς τόξου κρίσιν S.Tr.266; τόξῳ (sc. νικῶν) SIG1061.10 (Samos, ii B. C.).

II. in pl. also, bow and arrows, τόξα πεπτεῶτ' ἄλλυδις ἄλλα Il.21.502, cf. Hdt.3.78, S.Ph.68, al.; sts. in pl. for the arrows only, ib.652, Pl.Lg.815a.

III. metaph., τόξα ἡλίου its rays, E.HF 1090; ἀμπελίνοις τόξοις δαμέντες, of the effects of wine, Pi.Fr.218; τόξον μερίμνης Trag.Adesp.354; κότταβος ..ὃν σκοπὸν ἐς λατάγων τόξα καθιστάμεθα for shooting of liquor from the cup, Critias 2.2.

IV. rainbow, Aeschrio 4, LXXGe.9.13, Hsch. S1.v. εἴρη.

2. arch, AP9.694.

3. curved support, cradle used in amputations, Archig. ap. Orib.47.13.6; part of a carriage or cart, PPetr.2p.133, 3p.144 (iii B. C.).