Previous: τραχύστομοςNext: τραχύφλοιος


τρᾱχύ-της, ητος, ἡ, Att. τρᾱχῠτής, ῆτος (acc. to Hdn.Gr.1.83):—
roughness, ruggedness, κῶνον λαμβάνοντα τραχύτητας Democr.155; τῆς χώρας X.Cyr.7.5.67; sharpness, of a bit, Id.Eq.10.6; τραχύτησί τε καὶ λειότησιν Pl.Ti.65c, cf. Ti.Locr. 100d; περὶ τὴν ἀρτηρίαν Arist.GA788a27; τὰ ῥοφητὰ ..τὰς ἐν τῇ φάρυγγι τ. ἐκλεαίνει Gal.6.706; βλέφαρα τὰ τ. ἔχοντά τινα Id.16.510; τ. φωνῆς Arist. de An.422b31, cf. Phld.Po.Herc.994.32, 33.

2. of persons, roughness, harshness, ὀργῆς A.Pr.80; τ. δυσπρόσοδος Plu.Dio 8, etc.