Previous: τρίφωνοςNext: τριχάικες


τρίχᾰ [ῐ], Adv., (τρίς) in three parts or ways, διὰ τ. κοσμηθέντες Il.2.655; τ. σφισὶν ἥνδανε βουλή Od.8.506; c. gen., τ. νυκτὸς ἔην 'twas in the third watch of the night, 12.312, 14.483; τ. σχίσαι τι Hdt.4.67; διὰ γαῖαν τ. δασσάμενοι Pi.O.7.75; τ. διῄρηται Arist.HA 503a27; cf. τριχθά; the common Prose form is τριχῆ (q. v.).