Previous: τριακοσιεξήκονταNext: τριακοσιοστός


τρῐᾱκόσιοι, Ep. and Ion. τρῐηκ-, Dor. τριακάτιοι (q. v.), αι, α, three hundred, Il.11.697, Hes. Th.715, Hdt.7.202, etc.

II. οἱ τ. at Athens, the richest members of the συμμορίαι, D.2.29, 18.171, etc.

2. a judicial body at Megara, Id.19.295: cf. τριακάσιοι.