Previous: τύχειαNext: τυχηρός


τύχη [ῠ], ἡ, Boeot. τιούχα IG7.2809.1 (Hyettus, iii B. C.), τούχα ib.3083 (Lebad., iii B. C.): (τεύχω, τυγχάνω A. 1.2):—
the act of a god, τύχᾳ δαίμονος Pi.O.8.67; ἄπαιδές ἐσμεν δαίμονός τινος τύχῃ E.Med.671; τύχᾳ θεῶν Pi.P.8.53; σὺν θεοῦ τύχᾳ, σὺν Χαρίτων τύχᾳ, Id.N.6.24, 4.7; θείῃ τύχῃ Hdt.1.126, 3.139, 4.8, 5.92.γ́; ἐὰν θεία τις συμβῇ τ. Pl.R.592a; θείᾳ τινὶ τύχῃ Id.Ep.327e; ἐκ θείας τύχης S.Ph.1326; δαιμονίως ἔκ τινος τ. Pl.Ti.25e; πῶς οὖν μάχωμα θνητὸς ὢν θείᾳ τύχῃ; S.Fr.196; ἆρα θείᾳ κἀπόνῳ τάλας τύχῃ [ὄλωλε]; Id.OC1585; ἐμὲ ..δαιμονία τις τύχη κατέχει Pl.Hp.Ma.304c: ἄσημα δ' ου'κέτ' ε'στὶν οἷ φθίνει τύχα Κύπριδος E.Hipp.371 (lyr.); ἐξεπλήσσου τῇ τ. τῇ τῶν θεῶν Id.IA351 (troch.); δαίμονος τύχα βαρεῖα Id.Rh.728 (lyr.); τὰς ..δαιμόνων τ. ὅστις φέρει κάλλιστα Id.Fr.37.

b. the act of a human being, πέμψον τιν' ὅστις σημανεῖ&#χ2014;
ποίας τύχας; will order—
what action? Id.IT1209 (troch.).

2. esp. ἀναγκαία τύχη, as a paraphrase for Ἀνάγκη, Necessity, Fate, τέθνηκ' Ὀρέστης ἐξ ἀναγκαίας τύχης S.El. 48; τῆς ἀ. τ. οὐκ ἔστιν οὐδὲν μεῖζον ἀνθρώποις κακόν Id.Aj.485; πρόστητ' ἀ. τ. ib.803; εἴ τις ἀ. τ. γίγνοιτο Pl.Lg.806a: also pl., ἀλλ' ἥκομεν γὰρ εἰς ἀναγκαίας τύχας θυγατρὸς αἱματηρὸν ἐκπρᾶξαι φόνον E. IA511.

II. regarded as an agent or cause beyond human control:

1. fortune, providence, fate, πάντα τύχη καὶ μοῖρα, Περίκλεες, ἀνδρὶ δίδωσι Archil.16; ἡμῖν ἐκ πάντων τοῦτ' ἀπένειμε τύχη Simon.100; πύργοις δ' ἀπειλεῖ δείν', ἃ μὴ κραίνοι τύχη A.Th.426; ἐπ' εὐμενεῖ τύχᾳ Pi.O.14.15; μετὰ τύχης ευ'μενοῦς Pl.Lg.813a; κατελθὼν δεῦρο πρευμενεῖ τύχῃ A.Ag.1647; ὁρμώμενον βροτοῖσιν εὐπόμπῳ τύχῃ Id.Eu.93: personified, Σώτειρα Τύχα Pi.O.12.2; Τ. Σωτήρ A. Ag.664, cf. S.OT80; ἐμαυτὸν παῖδα τῆς Τ. νέμων τῆς εὖ διδούσης ib. 1080; <Τύχα> ..Προμαθείας θυγάτηρ Alcm.62, cf. Pi.Fr.41, D.Chr. 63.7; πάντων τύραννος ἡ Τύχη 'στὶ τῶν θεῶν Trag.Adesp.506, cf. 505; Τύχα, μερόπων ἀρχά τε καὶ τέρμα ..προφερεστάτα θεῶν Lyr.Adesp.139.

2. chance, regarded as an impersonal cause, τύχη φορὰ ἐξ ἀδήλου εἰς ἄδηλον, καὶ ἡ ἐκ τοῦ αὐτομάτου αἰτία δαιμονίας πράξεως Pl.Def.411b; coupled with τὸ αὐτόματον, Arist.Ph.195b31, al.; defined as αἰτία ἄδηλος ἀνθρωπίνῳ λογισμῷ Stoic.2.281; πειρῶ τύχης ἄνοιαν ἀνδρείως φέρειν Men.812; τὰ τῆς τύχης φέρειν δεῖ γνησίως τὸν εὐγενῆ Antiph.281, cf. Apollod.Com.17, Alex.252, Men. 205; οὐκ ἔχουσιν αἱ τ. φρένας Alex.287; τῆς ἀναγκαίας μέν, ἀγνώμονος δὲ τ. οὐχ ὡς δίκαιον ἦν, ἀλλ' ὡς ἐβούλετο, κρινάσης τὸν ἀγῶνα D.Ep.2.5; personified and said to be blind, Men.417b, Kon.14, Plu. 2.98a; τί δ' ἂν φοβοῖτ' ἄνθρωπος, ᾧ τὰ τῆς τ. κρατεῖ, πρόνοια δ' ἐστὶν οὐδενὸς σαφής; S.OT977; ἂν μὲν ἡ τ. συνεπιλαμβάνηται .., ἂν δ' ἀντιπίπτῃ τὰ τῆς τ., Plb.2.49.7,8; ἡ Τ. σχεδὸν ἅπαντα τὰ τῆς οἰκουμένης πράγματα πρὸς ἓν ἔκλινε μέρος Id.1.4.1, cf. 1.63.9, 2.38.5, 36.17.1; τῆς Τ. ὥσπερ ἐπίτηδες ἀναβιβαζούσης ἐπὶ σκηνὴν τὴν τῶν Ῥοδίων ἄγνοιαν Id.29.19.2, cf. 23.10.16, Dem.Phal.39J.; οὐκ ἂν ἐν τύχῃ γίγνεσθαι σφίσι would not depend on chance, Th.4.73; ὁ πόλεμος φιλεῖ ἐς τύχας περιίστασθαι Id.1.78, cf. 69; τύχῃ by chance, S.Ant.1182, Ph.546, Th.1.144, etc.; opp. φύσει, Pl.Prt.323d; ἀπὸ τύχης, opp. ἀπὸ παρασκευῆς, Lys.21.10; opp. ἀπὸ φύσεως, Arist. Metaph.1032a29; ἀπὸ τ. ἀπροσδοκήτου Pl.Lg.920d; ἐκ τύχης Id.Phdr.265c, R.499b, etc.; διὰ τύχην Isoc.4.132, 9.45; δίκαιος οὐδεὶς ἀπὸ τύχης οὐδὲ διὰ τὴν τ. Arist.Pol.1323b29; κατὰ τύχην Th.3.49, X.HG3.4.13; τῆς τ. εὖ μετεστεώσης Hdt.1.118; τὸ τῆς τ. ἀφανές E.Alc.785, cf. D.4.45.

III. regarded as a result:

1. good fortune, success, δὸς ἄμμι τ. εὐδαιμονίην τε h.Hom.11.5; μοῦνον ἀνδρὶ γένοιτο τ. Thgn.130; τ. μόνον προσείη Ar.Av.1315 (lyr.); εἴ οἱ τ. ἐπίσποιτο Hdt.7.10.δ́, cf. 1.32; σὲ γὰρ θεοὶ ἐπορῶσι: οὐ γὰρ ἄν ..ἐς τοσοῦτο τύχης ἀπίκευ ib.124; ἐπειδήπερ ἐν τούτῳ τύχης εἰσί Th.7.33; σὺν τύχᾳ Pi.N.5.48, cf. S.Ph.775; σὺν τ. τινί A Ch.138, cf. Th.472; τύχᾳ Pi.N.10.25, E.El.594 (lyr.); οὐ πεποιθότες τύχῃ not believing in our good fortune, A.Ag.668; γλῶσσαν ἐν τύχᾳ νέμων ib.685 (lyr.); σοφῶν γὰρ ἀνδρῶν ταῦτα, μὴ 'κβάντας τύχης, καιρὸν λαβόντας, ἡδονὰς ἄλλας λαβεῖν without stepping out of success already attained, E.IT907; τὰς γὰρ παρούσας οὐχὶ σῴζοντες τ. ὤλοντ' ἐρῶντες μειζόνων ἀβουλίᾳ Id.Fr.1077: c. gen. rei, Ζεῦ τέλει', αἰδῶ δίδοι καὶ τύχαν τερπνῶν γλυκεῖαν Pi.O.13.115.

2. ill fortune, τὰς ἐκ θεῶν τύχας δοθείσας ..φέρειν S.Ph.1317; κατὰ τύχας in misfortune, opp.κατὰ ..εὐπραγίας, Pl.Lg.732c; τοιαύτῃσι περιέπιπτον τύχῃσι Hdt. 6.16; τύχῃ by ill-luck, opp. ἀδικίᾳ, Antipho 6.1; opp. προνοίᾳ, Id.5.6; ἔστιν ἡ τ. τοῦ ἄρξαντος the ill-luck is his who began the fray, Id.4.4.8; of death, ἢν χρήσωνται τύχῃ, i. e. if they are killed, E.Heracl. 714, cf. And.1.120, X.Cyn.5.29; δεχομένοις λέγεις θανεῖν σε, τὴν τ. δ' αἱρούμεθα A.Ag.1653; τ. ἑλεῖν Id.Supp.380, cf. Pr.106, 274, 290 (anap.); ὦ τῆς ἀώρου θύγατερ ἀθλία τύχης E.Hec.425: personified, εἰ μὴ τὴν Τ. αὐτὴν λέγεις *misfortune herself, ib.786.

3. in a neutral sense, mostly in pl. 'fortunes', ποίαις ὁμιλήσει τύχαις Pi. N.1.61; πρὸς τὸ παρὸν ἀεὶ βουλεύεσθαι καὶ ταῖς τ. ἐπακολουθεῖν Isoc.6.34; τὴν ἐλπίδ' οὐ χρὴ τῆς τ. κρίνειν πάρος the event, S.Tr.724; ἐπὶ τῇσι παρεούσῃσι τύχῃσι Hdt.7.236; ἐγὼ δὲ τὴν παροῦσαν ἀντλήσω τ. A.Pr.377; φέρειν ἀνάγκη τὰς παρεστώσας τ. E.Or.1024: c. gen. rei, κοινὰς εἶναι τὰς τ. τοῖς ἅπασι καὶ τῶν κακῶν καὶ τῶν ἀγαθῶν Lys.24. 22.

4. the quality of the fortune or fate may be indicated by an Adj., ἀγαθὴ τ. or ἡ ἀγαθὴ τ., A.Ag.755 (lyr.), Ar.Pax360, D.Ep.4.3, etc.; πολλῇ χρῷτ' ἂν ἀγαθῇ τ. Pl.Lg.640d; freq. in prayers and good wishes, εὐχώμεσθα Διὶ ..θεσμοῖς τοῖσδε τ. ἀγαθὴν καὶ κῦδος ὀπάσσαι Sol.[31]; θεὸς τ. ἀγαθάν (sc. δότω) GDI1930, al. (Delph., ii B. C.): in nom., θεός, τύχα ἀγαθά IG42(1).47.1, 121.1 (Epid., iv B.C.), 73.1 (ibid., iii B.C.): freq. in dat., ἀγαθῇ τύχῃ by God's help, Lat. quod di bene vortant, ἀγαθᾷ τύχᾳ ib.103.119 (ibid., iv B. C.); ἀλλ' ἴωμεν ἀγαθῇ τ. Pl.Lg.625c; ταῦτα ποιεῖτ' ἀγ. τ. D.3.18; τύχῃ ἀγαθῇ And. 1.120, Pl.Smp.177e, Cri.43d, etc.; in Com. with crasis, ἡγοῦ δὴ σὺ νῷν τύχἀγαθῇ Ar.Av.675, cf. 436, Ec.131, Nicostr.Com.19; as a formula in treaties, decrees, etc., Αάχης εἶπε, τύχῃ ἀγαθῇ τῇ Ἀθηναίων ποιεῖσθαι τὴν ἐκεχειρίαν Decr. ap. Th.4.118, etc.; ἀγ. τ. τῇ Ἀθηναίων IG12.39.40; also ἐπ' ἀγαθῇ τ. Ar.V.869, cf. Pl.Lg.757e; μετ' ἀγαθῆς τ. ib.732d; τύχῃ ἀμείνονι, ἐπ' ἀμείνοσι τύχαις, ib.856e, 878a; also τύχᾳ σὺν ἔσλᾳ Sapph.Supp.9.4; ἐπὶ τύχῃσι χρηστῇσι Hdt.1.119: with κακός or equivalent words, τ. παλίγκοτος A.Ag. 571; ἡ δέ τοι τ. κακὴ μὲν αὕτη γ' ἀλλὰ συγγνώμην ἔχει S.Tr.328; ἐν τοιᾷδε κείμενος κακῇ τ. Id.Aj.323; τίς τῆσδ' ἔτ' ἐχθίων τύχη; A. Pers.438; πρὶν αἰσχρᾷ περιπεσεῖν τύχῃ τινί E.Hec.498; ὅταν τις ἡμῶν δυστυχῆ λάβῃ τ. Id.Tr.471, cf. Th.5.102; ἀλιτηριώδης τ. Pl. Lg.881e; ποινὴν καὶ κακὴν τ. S.E.M.5.16.

5. with gen. (or possess. Adj.) of the person who enjoys or endures the fortune or fate, τῶν ἐν Θερμοπύλαις θανόντων εὐκλεὴς μὲν ἁ τύχα, καλὸς δ' ὁ πότμος Simon.4.2; θεῶν δ' ὄπιν ἄφθιτον αἰτέω, Εέναρκες, ὑμετέραις τύχαις Pi.P.8.72; ὤμοι βαρείας ἆρα τῆς ἐμῆς τ. S.Aj.980; κατεδάκρυσε τὴν ἑαυτοῦ τ. X.Cyr.5.4.31; ἐπὶ τῇ τῶν Ἀρκάδων τ. ἥσθησαν Id.HG7.1.32; πρὸς τὰς τ. τῶν ἐναντίων ἐπαίρεσθαι Th.6.11; τῆς ὑμετέρας τ. D.1.1; τὴν ἰδίαν τ. τὴν ἐμὴν καὶ τὴν ἑνὸς ἡμῶν ἑκάστου Id.18.255.

IV. the τ. or ἀγαθὴ τ. of a person or city is sts. thought of as permanently belonging to him or it, as a faculty for good fortune, destiny, almost = δαίμων 1.2, 11.3, τὸν δαίμονα καὶ τὴν τ. τὴν συμπαρακολουθοῦσαν τῷ ἀνθρώπῳ φυλάξασθαι Aeschin.3.157; ἐπισφαλές ἐστι πιστεύειν ἀνδρὸς ἑνὸς τύχῃ τηλικαῦτα πράγματα Plu.Fab.26; νὴ τὴν σὴν τ. Arr.Epict.2.20.29: personified, θύειν Τύχῃ Ἀγαθῇ πατρὸς καὶ μητρὸς Ποσειδωνίου κριόν SIG1044.34 (Halic., iv/iii B. C.); a statue of the Τύχη of the City of Antioch executed by Eutychides, Paus.6.2.7: so of rulers, ἀγαθῇ τύχῃ τῇ Πτολεμαίου τοῦ Σωτῆρος OGI16 (Halic., iii B.C.); διὰ τὴν τ. τοῦ θεοῦ καὶ κυρίου βασιλέως BGU1764.8 (i B. C.); νὴ τὴν Καίσαρος τ. Arr. Epict.4.1.14; ὀμνύω τὴν ..Σεβαστοῦ τ. Sammelb.7440.19 (ii A. D.), cf. BGU1583.23 (ii A. D.); of officials, e.g. the ἐπιστράτηγος, ἐάν σου τῇ εὐμενεστάτῃ τύχῃ δόξῃ Sammelb.7361.21 (iii A. D.).

2. = Lat. Fortuna; Τ. Σωτήριος, = Fortuna Redux, Mon.Anc.Gr.6.7; Τ. Πρωτογένεια, = F. Primigenia, SIG1133 (Delos, ii B. C.).

3. position, station in life, ἐγὼ μὲν δὴ τοιαύτῃ συμβεβίωκα τύχῃ .., σὺ δ' ὁ σεμνὸς ..σκόπει ..ποίᾳ τινὶ κέχρησαι τύχῃ ..τὸ μέλαν τρίβων κτλ. D.18.258; πάσῃ τ. καὶ ἡλικίᾳ BCH15.184, 198,204 (Panamara); οἰκέτης τὴν τ. Ael.NA7.48; ἀμφίβολόν ἐστι πότερον ἡλικίας τοὔνομα ἢ τύχης Poll.3.76; οἱ δουλικὴν τ. εἰληχότες POxy.1186.5 (iv A. D.), cf. 1101.7,11,21,24 (iv A. D.), etc.; rank, βουλευτικὴ τ. PLond.3.1015.1,4 (vi A. D.), cf. Cod.Just. 1.3.52.1, 4.20.15.1, 9.5.2.

V. Astrol. uses:

1. = Σελήνη, Vett. Val.126.15; ἀγαθὴ τ. the κλῆρος of the moon, Cat.Cod.Astr.4.81.

2. ἀγαθὴ and κακὴ τ. names of two of the twelve regions, Vett. Val.69.13,14.

VI. Pythag. name for 7, Theol.Ar.44.