Previous: τυροπωλικῶςNext: τυροτάριχος


τῡρός, ὁ, cheese, ἐπὶ δ' αἴγειον κνῆ τυρόν Il.11.639; οὐκ ἐπιδευὴς τυροῦ Od.4.88; τ. ἐξ Ἀχαΐης Semon.23; τ. Σικελικός Ar.V.896, etc.; for Sicilian cheese, cf. Hermipp.63.9, Antiph.236, Philem.76: pl., PCair.Zen.110.25 (iii B. C.), al.

2. ὁ χλωρὸς τ. the fresh cheese, hence the cheese-market, Lys.23.6.—
Cf. βούτυρον.