Previous: ὑπίστημιNext: ὕπισχνος


ὑπισχνέομαι, Ion. and Ep. ὑπίσχομαι Od.8.347, Hdt.5.30, al., also A.Eu.804, Ar.Fr.615, IG22.1126.11 (Delph. Amphict.), Schwyzer 323 A14 (Delph., iv B. C.); impf. ὑπίσχετο Il.23.195, ὑπίσχεο 20.84, ὑπίσχοντο Hdt.7.168; but Hdt. also has ὑπισχνέετο 9.109 (v.l. for -έεται); ὑπισχνεύμενος 2.152; ὑπισχνοῦμαι S.Ichn.2; imper. ὑπισχνοῦ Ar.V.750 (anap.): fut. ὑποσχήσομαι D.19.324: aor. ὑπεσχόμην Il.9.263, etc.: pf. ὑπέσχημαι Th.8.48, X.Oec.3.1, D. 7.33, etc.: plpt. ὑπέσχητο Id.19.121:—
Act. ὑπισχνέω Aesop.205.—
collat. form of ὑπέχομαι, which supplies several of its tenses, and even in pres. is used = ὑπισχνέομαι, App.Mith.16,20, PBrem.36.10, PRyl.96.9, PGiss.5.10 (all ii A. D.), etc. (ὑπίσχομαι was replaced by ὑπισχνέομαι under the influence of the opposite ἀρνέομαι):—
take upon oneself, i. e. undertake to do, δείδω μὴ οὔ τίς τοι ὑπός χηται τόδε ἔργον Il.10.39; τροφαῖσι βασιλικαῖσι καὶ παιδεύμασιν ἅπανθ' ὑπισχνεῖθ' ὡς ἀπὸ σπλάγχνων ἑῶν Ezek.Exag.38 (s.v.l.): more freq., promise, ὑποσχέσθαι δ' ἑκατόμβας Il.6.115, cf. 23.195; ὅσσα τοι ..ὑπέσχετο δῶρα 9.263; βουλέων, ἅς τέ μοι αὐτὸς ὑ. 12.236, cf. 20.84; ὑ. δαπάνην τῇ στρατιῇ Hdt.5.30; [πόλεσιν] ὀλιγαρχίαν Th.8.48, etc.: with a thing as subject, τῆς τῶν ὀδόντων ἀναφυήσεως ὑπισχνουμένης τὴν τῶν στερεμνιωτέρων διαίρεσιν καὶ λείωσιν Sor.1.116; τὰ στύφειν ὑπισχνούμενα ib.120.

b. c. inf. fut., ὑπό τ' ἔσχετο&#χ2014;
καὶ κατένευσε&#χ2014;
δωσέμεναι Il.13.368
, cf. Od.4.6; ὑ.&#χ2014;
καὶ κατένευσεν&#χ2014;
Ἴλιον ἐκπέρσαντ' ..ἀπονέεσθαι (for this Verb has a fut. sense) Il.2.112, 9.19; ὑ. Ἑλένην ..δωσέμεν Ἀτρεί̈δῃσιν ἄγειν 22.114; ὑ. δυοκαίδεκα βοῦς ..ἱερευσέμεν 6.93; so in Trag. and Att., S.Ph.615, E.Tr.930, Pl.Phdr. 235d, etc.; also ὑ. ἦ μὴν .., c. inf. fut., X.Cyr.6.2.3: c. acc. et inf. fut., ἐγὼ δέ τοι αὐτὸν ὑπίσχομαι ..τείσειν Od.8.347, cf. A.Eu.804.

c. c. inf. aor., only f.l., as in X.An.1.2.2, 2.3.19 (where the variants παύσεσθαι, βουλεύσεσθαι are now accepted), while in Cyr.2.2.12, 6.1.21, An.7.2.24 he uses inf. fut.; in D.42.17, for ἀποφαίνειν Cobet restores ἀποφανεῖν.

d. freq. with a neut. Adj., μεγάλα ὑ. Hdt. 2.152, al.: without acc., ὑπίσχεται ἀνδρὶ ἑκάστῳ she makes promises to each man, Od.2.91; ὑπισχνέεται καὶ ὤμοσε Hdt.9.109, cf. 5.51; ἠρώτα αὐτὴν εἰ ἐθελήσει διακονῆσαί οἱ, καὶ ἣ ὑπέσχετο τάχιστα Antipho 1.16; ὑποσχόμενος .., ἃ ὑπεδέζατο οὐκ ἐπετέλει Th.2.95.

2. c. inf. pres., profess that one is, profess to be, ὑ. οἷός τε εἶναι Hdt.7.104; οὐδεὶς ὑπέσχετο εἰδέναι Id.2.28, cf. Pl.Sph.234b, Tht.178e; also, profess to do a thing, ὑ. ποιεῖν ἄνδρας ἀγαθοὺς πολίτας Id.Prt. 319a, cf. Sph.232d; θεοὺς ὑ. πείθειν Id.Lg.909b; ὑ. συστρατεύεσθαι X.An.7.7.31 (-σεσθαι Cobet); with ὡς, ὑ. ὡς ..ἐπίσταδαι Pl.Ion 541e.

3. consent, οὐχ ὑπέσχετο λαβεῖν τιμὴν (price) ἀλλ' ἐχαρίσατο Sammelb.7457.8 (ii B. C.).