Previous: ὑποδέχνυμαιNext: ὑποδέω


ὑποδέχομαι, in Ion. and Dor. Prose ὑποδεσ-δέκομαι Hdt. (v. infr.), IG42 (1).121.46 (Epid., iv B. C.): fut. ̂δέξομαι Od.16.70, Dor. -δεξοῦμαι SIG 558.22 (Ithaca, iii B. C.): aor. -εδεξάμην Il.6.136, rarely -εδέχθην E. Heracl.757 (lyr.; used in pass. sense by Poll.1.74, D.C.48.15, PLond. 5.1659.6 (iv A. D.), Sch.Il.14.323; -δεχόμενος in pass. sense, D.C. 55.10, POxy.1894.14 (vi A. D.)): 3sg. Ep. aor. 2 or impf. ὑπέδεκτο Od.14.52,275, Hes.Th.513, Pi.P.9.9; 2pl. imper. ὑπόδεχθε cj. Bentl. in Call.Epigr.42; inf. ὑποδέχθαι Il.7.93; part. ὑποδέγμενος Od.13.310:—
receive into one's house, welcome, ὁ δέ με (sc. Φοίνικα) πρόφρων ὑπέδεκτο Il.9.480; χαῖρε δ' Ὀδυσσεὺς ὅττι μιν ὣς ὑπέδεκτο Od.14.52; τὸν δ' οὐχ ὑποδέξομαι αὖτις Il.18.59, Od.19.257; ξεῖνον ..ὑποδέξομαι οἴκῳ 16.70; Θέτις δ' ὑπεδέξατο κόλπῳ Il.6.136, cf. 18.398; Διὸς πλαστὴν ὑπέδεκτο γυναῖκα Hes. l. c.; οἰκίοισι ὑ. τινά Hdt.1.41; ὑπέδεκτο ξεῖνον ὀχέων received the stranger [as he lighted] from his chariot, Pi. l. c.; ὁ ὑποδεξάμενος the man who had received him, Isoc.9.20; ἱκέτας ὑ. E.Heracl.757 (lyr.), cf. Berl.Sitzb.1927.167 (Cyrene), Ep.Jac.2.25; φυγάδας Th.5.83, cf. PRev.Laws44.14 (iii B. C.); harbour a runaway slave, POxy.1643.12 (iii A. D.); [ξένον] ἀγοραῖς καὶ λιμέσι καὶ δημοσίοις οἰκοδομήμασιν ἔξω τῆς πόλεως Pl.Lg.952e, cf. 953b, 953d, OGI49.5 (Ptolemais, iii B. C.); ὑ. φρουράν admit an enemy's garrison, D.58.38, cf. 67, IG12.87.10, Arist.Pol.1303a36; λῃστάς, πειρατάς, harbour brigands, pirates, SIG38B21 (Teos, v B. C.), Supp.Epigr.3.378B11 (Delph., ii/i B. C.), cf. POxy.1408.23 (iii A. D.); γυναῖκάς τινι εἰς τὸ αὐτὸ φοιτώσας ὑποδέχεσθαι Plu.Per.32; αἱ Θίβρωνα ὑποδεξάμεναι πόλεις those who admitted him as a friend, X.HG4.8.21, cf. Th.3.111, 6.34: with a thing as subject, γαῖα ..ὑπέδεκτο μάντιν Οἰκλείδαν the earth opened up to receive the seer O., Pi.N.10.8; αἰθὴρ μὲν ψυχὰς ὑπεδέξατο σώμ [ατα δὲ χθών] IG12.945.6; τῆς τεκούσης καὶ θρεψάσης καὶ ὑποδεξαμένης [χώρας] Pl.Mx.237c.

2. entertain to a meal, θύων Διὶ Κτησίῳ κἀκεῖνον ὑποδεχόμενος Antipho 1.18, cf. IG4.679.15 (Hermione, iii/ii B. C.); ἵνα ἔχῃ ἡ στρατιὰ τὰ ἐπιτήδεια (πολλὴ γὰρ οὖσα οὐ πάσης ἔσται πόλεως ὑποδέξασθαι) Th.6.22; ὁ ὑποδεχόμενος the host (at a dinner party), Epict.Fr.17; τὸ πλῆθος λαμπρῶς ὑπεδέξατο D.S. 17.115, cf. Plu.Alex.23.

3. give ear to, hearken to, εὐχάς Hes. Th.419; τοὺς λόγους Hdt.8.106; ὑ. διαβολάς give ear to accusations, Lys.25.11 codd. (leg. ἀπο-).

4. admit, allow a thing with which one is taxed, Hdt.4.167; οὐκ ὑ. refuse to admit, deny, Id.3.130, 6.69.

II. take up a burden, ἡ γυνὴ ὑποδεξαμένη φέρει τὸ φορτίον τοῦτο X.Mem.2.2.5; of ships, take on board, τὰ εἴδη POxy.1412.10 (iii A. D.); of dolphins, Luc.DMar.8.1.

2. bear patiently, βίας ὑποδέγμενος ἀνδρῶν Od.13.310, 16.189; submit to, τὰς κατὰ νόμους παραγγελίας POxy.67.11 (iv A. D.); μέτρον, i. e. accept it as correct, ib. 157.5 (vi A. D.); τροφὴ θλίβουσα πᾶν τὸ δοκοῦν αὐτὴν ὑποδέχεσθαι Sor. 1.115.

III. undertake, promise, αἴδεσθεν μὲν ἀνήνασθαι, δεῖσαν δ' ὑποδέχθαι Il.7.93, cf. Hdt.9.21, 22; ὁ δέ οἱ πρόφρων ὑπέδεκτο (sc. δώσειν) Od.2.387; ὑποδέκομαι (sc. ἐνιαυτοῦ ἀποθυσεῖν τὰ ἴατρα) IG42(1).121.46 (Epid., iv B. C.); c. inf. fut., h.Cer.443, Hdt.3.69, 4.119, 133, 6.11, 7.158, 8.29,102, Th.2.29 (inf. aor. is v.l. for fut. in Hdt.1.24, 6.2); c. inf. pres., Antipho 3.3.6 (s. v. l.); ὑ. τινὶ ἦ μὴν ..c. inf. fut., Th.8.81; Κορίνθιοι ὑπεδέξαντο τὴν τιμωρίαν undertook to champion their cause, Id.1.25; ὥσπερ ὑπεδέξασθε, βοηθήσατε ib.71; ὑ. μεγάλα τινί make him great promises, Hdt.2.121. ζ́; τὴν ἀτραπὸν ἐθελονταὶ Φωκέες ὑποδεξάμενοι Λεωνίδῃ ἐφύλασσον Id.7.217; ἃ ὑπεδέξατο οὐκ ἐπετέλει Th.2.95; undertake to contribute, ὅσον ἂν ἕκαστος θέλῃ AJP56.362 (Colophon, iv B. C.); abs., ibid.; ὑπεδέξαντο εἰς τὰ τείχη ib.363; also τὰ ἐκφόρια ἅπερ ὑπεδέξω the rents which you undertook to collect, POxy.1134.7 (v A. D.).

2. accept as a responsibility, take in charge, as a nurse, h.Cer.226; of officials, shippers, farm bailiffs, etc., take over, receive as agent (cf. ὑποδέκτης), τοὺς νεολέκτους ..ὑποδεξάμενοι κατὰ διαδοχὴν ..παραπέμψατε Wilcken Chr. 469.5 (iv A. D.); καταπιστεῦσαι Αὐρηλίῳ Πέτρῳ ..σιτομέτρῃ ..ὑποδέξασθαι τὸν δημόσιον σῖτον Sammelb.5273.4 (v A. D.), cf. Wilcken Chr.434.12 (iv A. D.), PLips.34v.7, 58.9, al. (iv A. D.), POxy.1899.16, 1982.17 (v A. D.), Cod.Just.1.5.18.11; τὴν ὑποδοχὴν πᾶσαν τοῦ μακαρίου Ἰούστου αὐτὸς ὑπόδεξαι POxy.1838.1 (vi A. D.); accept (as a liability) a dowry or donatio ante nuptias, Cod.Just.5.17.12, Just.Nov.22.19.

IV. receive in succession, take up, μέλος A.Supp.1022 (lyr.); περαιωθέντας ..λειμὼν ὑποδέχεται Luc.Luct.5, cf. VH2.44; τὴν εἰς τὸ στόμα φορὰν τῶν περιττωμάτων ὑποδέχεται στόμαχος Gal.6.421, cf. 432, 18(2).163,176,218; ὁ ὑποδεξάμενος the receiver of stolen goods, Cat.Cod.Astr.1.96.

2. intr., of a place, come next, τὸ πρὸς τὴν ἠῶ θάλασσα ὑποδέκεται καὶ τενάγεα Hdt.7.176; of rank, come next in order, ὅταν πλείονες συνδειπνῶσι, ..μέσος ὁ κράτιστος (sc. κάθηται), ὁ δ' ὑποδεχόμενος παρ' αὐτόν Posidon. 15J.

3. intercept, ὁ μὲν ..ἐπόρουσεν, ὁ δ' ἐμμαπέως ὑπέδεκτο Hes. Sc.442; ἐν δυσχωρίᾳ [τοὺς πολεμίους] X.Cyr.1.6.35; of hunters, intercept beaten-up game, ib.2.4.20; catch, τὸ πήδημα τῆς σφαίρας Poll. 9.105; ὑπτίαις ταῖς χερσὶ [τὸ μῆλον] Philostr.Im.1.6; τὸ ἐνθεῦτέν μιν οἱ ἐχθροὶ ὑποδεξάμενοι καὶ ὑπὸ δικαστήριον ἀγαγόντες Hdt.6.104; catch as in a trap, στυγερὸς δ' ὑπεδέξατο κοῖτος a hateful resting-place receives (entraps) them, Od.22.470; ἔτιγάρ νύ με πῆμ' ὑπέδεκτο still more sorrow was in store for me, 14.275; ἀκλεής νιν δόξα πρὸς ἀνθρώπων ὑποδέξεται will be her lot, E.Heracl.624 (lyr.); ὑποδεξαμένης αὐτοὺς πολλῆς ῥύσεως ὕδατος when a rush of water takes them by surprise, Pl.Lg.944b.

4. catch, collect a liquid, παιδίον θεασάμενος, ἐπειδὴ κατέαξε τὸ σκεῦος, τῷ κοίλῳ τοῦ ψωμίου τὴν φακῆν ὑποδεχόμενον D.L.6.37; of channels, receive, τὸ στόμα τῶν μητρέων οὐχ ὑποδέχεται τὸν γόνον Hp.Aër.31; τὴν ἐσομένην τῶν ὑδάτων εἴσροιαν POxy.1409.19 (iii A. D.); κατεφίλει καὶ ὑπεδέχετο τὰ δάκρυα X.Eph.1.9; ποταμὸς πάσας ὑποδεχόμενος τὰς ἀνθρωπείας λύμας Plb.5.59.11, cf. Gp.12.2.4, al.; ἀγγεῖον τὸ μέλλον ὑποδέξεσθαι τὸ ὕδωρ v. l. in Hero Spir.1.24, cf. 30.